ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΤΡΟΠΟΣ ΚΑΙ ΟΡΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ή Δικαστήριο του Στρασβούργου, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, είναι ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Συμμετέχουν σ’ αυτό 41 ευρωπαϊκές χώρες (στις οποίες και οι 15 της Ε.Ε.). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (Ε.Δ.) εξετάζει, υπό ορισμένους όρους, προσφυγές ατόμων που παραπονούνται για παραβιάσεις δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Σύμβαση αυτή είναι μία διεθνής συνθήκη με την οποία τα Κράτη που προσεχώρησαν σ’ αυτήν ανέλαβαν την υποχρέωση να σέβονται ορισμένα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικαιώματα αυτά αναφέρονται στην σύμβαση αυτή καθώς και σε τέσσερα ακόμη πρόσθετα πρωτόκολλα (τα 1, 4, 6 και 7) που έχουν επικυρωθεί επίσης από τα Κράτη. Η Ελλάδα επικύρωσε τη Σύμβαση με τον ν. 2329.1953. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας η Ελλάδα “απεχώρησε” (στην πραγματικότητα απεπέμφθη) και η σύμβαση επικυρώθηκε εκ νέου μαζί με το 1ο πρωτόκολλο με το ν.δ. 53/19.9.1974 Το 3ο και 5ο πρωτόκολλο επικυρώθηκαν με το ν.δ. 215/74. Το 6ο με το ν. 2610/98, το 7ο με το ν. 1705/87, το 8ο με το ν. 1841/89, το 11ο (στο οποίο προσηρτήθησαν το 1ο, 4ο, 6ο και 7ο) με το ν. 2400/96. Το 9ο πρωτόκολλο καταργήθηκε ενώ το 4ο δεν έχει ακόμη επικυρωθεί.

Τα προστατευόμενα από τη σύμβαση και τα πρωτόκολλα, συνοπτικώς δικαιώματα είναι: Δικαίωμα στη Ζωή, την Ελευθερία, την Ασφάλεια, την Δίκαιη Δικαστική Προστασία, στο Τεκμήριο Αθωότητας, στο Σεβασμό στην Προσωπική Ζωή, την Οικογενειακή Ζωή, την Κατοικία, την Αλληλογραφία, στην Ελευθερία Σκέψης και Συνείδησης, στην Επιλογή Λατρείας και Θρησκείας, στις Ελευθερίες ‘Εκφρασης, Γνώμης και Συνεταιρίζεσθαι, Γάμου και Οικογενείας, Αποτελεσματικής Προσφυγής, Προστασίας Περιουσίας, Μόρφωσης και Παιδείας, Ελευθέρων Δημοκρατικών Εκλογών, Μυστικών Εκλογών, Ελευθερίας ‘Εκφρασης Λαϊκής Θέλησης, καθώς και οι απαγορεύσεις Βασανιστηρίων, Δουλείας, Αναγκαστικής Εργασίας, Επιβολής Ποινής χωρίς Δίκη, Διακρίσεων στην απόλαυση Δικαωμάτων και Ελευθεριών, Κατάχρησης Εξουσίας.

Σκοπός του Ε.Δ. είναι να αναδείξει το άτομο ως υποκείμενο του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου δια των αυστηρών κανόνων δικαίου της Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου και της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Το Ε.Δ. ασκεί δικαστικό έλεγχο του σεβασμού των δικαιωμάτων που προστατεύονται. Αν παραβιασθεί οποιοδήποτε δικαίωμα από οποιοδήποτε αρχή Κράτους-μέλους (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) το Ε.Δ. επιβάλει επανόρθωση και χρηματική αποζημίωση.

Αν ένα άτομο κρίνει ότι ένα Κράτος-μέλος παρεβίασε σε βάρος του ένα από τα ανωτέρω δικαιώματα, μπορεί να προσφύγει στο Ε.Δ. Το Ε.Δ. μπορεί να εξετάσει μόνο προσφυγές που σχετίζονται με τα δικαιώματα που αναφέρονται στη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλα. Αποκλείεται κάθε άλλος λόγος προσφυγής. Δεν είναι Δικαστήριο ανωτέρου βαθμού (π.χ Εφετείο) στο οποίο προσφεύγει κάποιος για να προσβάλει αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων ούτε και μπορεί να ανατρέψει ή τροποποιήσει τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων.

Το Ε.Δ. δέχεται προσφυγές μόνο εναντίον Κρατών-μελών και μόνο για θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα Δημοσίας Αρχής (Κοινοβουλίου, Διοίκησης, Δικαστηρίων κλπ) ενός από τα Κράτη. Δεν εξετάζει προσφυγές που στρέφονται κατά ιδιωτών ή νομικών προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου.

Πριν προσφύγει κάποιος στο Ε.Δ. θα πρέπει να έχει προηγουμένως εξαντλήσει όλα τα ένδικα και άλλα μέσα που, κατά το Δίκαιο του Κράτους κατά του οποίου προσφεύγει, θα μπορούσαν να επανορθώσουν την κατάσταση για την οποία το παράπονο. Αυτό σημαίνει ότι ο πολίτης θα πρέπει προηγουμένως να υποβάλει την υπόθεσή του ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έχει αρμοδιότητα να εξετάσει την υπόθεσή του. (Αν όμως υπάρχει παράπονο για μια δικαστική καταδίκη, δεν είναι απαραίτητη η προσπάθεια αναθεώρησής της μετά την εξάντληση των καθιερωμένων ενδίκων μέσων). Ο πολίτης θα πρέπει να έχει κάνει ορθή χρήση των ενδίκων μέσων που τίθενται στη διάθεσή του και να έχει συμμορφωθεί με τους δικονομικούς κανόνες και να έχει τηρήσει τις επιβαλλόμενες δικονομικές προθεσμίες (αν π.χ. ένα ένδικο μέσο υπεβλήθη εκπροθέσμως ή σε αναρμόδιο δικαστήριο, το Ε.Δ. δεν θα εξετάσει την ουσία της προσφυγής))

Αφού εκδοθεί η απόφαση του ανωτάτου Δικαστηρίου (Α.Π., ΣτΕ κλπ) παρέχεται προθεσμία έξη (6) μηνών εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η προσφυγή στο Ε.Δ. Αν η προσφυγή στρέφεται εναντίον καταδίκης ή ποινής που επεβλήθη από εθνικό δικαστήριο η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα έκδοσης της τελευταίας δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το εθνικό δικονομικό δίκαιο και όχι από την ημερομηνία τυχόν μεταγενέστερης απόρριψης της αιτήσεως για αναθεώρηση. Το Ε.Δ. δεν μπορεί αν εξετάσει μια υπόθεση παρά μόνο αν έχουν υποβληθεί με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά και η νομική πλοκή της υπόθεσης έστω και περιληπτικά μέσα στην εξάμηνη προθεσμία

Αν θεωρήσει ο προσφεύγων ότι η υπόθεσή του αφορά σε ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα της Σύμβασης και αν πληρούνται οι ανωτέρω όροι, μπορεί να στείλει μία επιστολή στον Γραμματέα του Ε.Δ. στην οποία θα εκθέτει τις παρακάτω πληροφορίες, στη διεύθυνση:

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαωμάτων
Συμβούλιο της Ευρώπης
67075 Στρασβούργο, Γαλλία

European Court for Human Rights
Council of Europe
67075 STRASBOURG, FRANCE


Η επιστολή πρέπει να περιέχει:
- Σύντομη περίληψη των περιστατικών που, κατά τη γνώμη του αιτούντος, συνιστούν παραβίαση ανθρωπίνων δικωμάτων

  • αναφορά των δικαιωμάτων που προστατεύονται και που, κατά τον αιτούντα, έχουν παραβιασθεί
  • Τα μέτρα εκείνα (ένδικα μέσα) που χρησιμοποίησε ο αιτών για να επιτύχει την επανόρθωση των παραβιάσεων
  • Κατάλογο των αποφάσεων που εξεδόθησαν για την υπόθεση από μία δημόσια αρχή, διευκρινίζοντας για κάθε απόφαση την ημερομηνία της, περίληψη του περιεχομένου της και την αρχή που την εξέδωσε. Θα πρέπει επίσης να εσωκλείονται φωτοτυπίες των αποφάσεων (τα έγγραφα δεν επιστρέφονται, γι’ αυτό να αποστέλλονται φωτοτυπίες και όχι πρωτότυπα)
Ο Γραμματέας του Ε.Δ. θα απαντήσει στην επιστολή. ‘Ισως ζητήσει περισσότερες πληροφορίες ή έγγραφα ή περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με την υπόθεση. Μπορεί επίσης να εξηγήσει στον αιτούντα με ποιό τρόπο έχει ερμηνευθεί η Σύμβαση σε παρόμοιες υποθέσεις (νομολογία του Ε.Δ.) καθώς επίσης και για τυχόν εμπόδια στην αποδοχή της υπόθεσης. Βεβαίως δεν μπορεί να πληροφορήσει για τη νομοθεσία του Κράτους κατά του οποίου η αίτηση.

Αν από την αλληλογραφία αυτή προκύπτει ότι η υπόθεση μπορεί να καταχωρισθεί ως προσφυγή και εφ’όσον ο αιτών το επιθυμεί, ο Γραμματέας του Ε.Δ. θα αποστείλει στον αιτούντα τα σχετικά έντυπα με τα οποία θα υποβληθεί επίσημα η προσφυγή. Αφού συμπληρωθούν και υποβληθούν τα έντυπα, η προσφυγή τίθεται υπόψη του Ε.Δ.

Ο Γραμματέας του Ε.Δ. ενημερώνει τον προσφεύγοντα για την πρόοδο της υπόθεσης. Η διαδικασία είναι, κατά κανόνα, έγγραφη, τουλάχιστον στο αρχικό στάδιο. Η αυτοπρόσωπη παράσταση του προσφεύγοντος στην έδρα του Ε.Δ. (Στρασβούργο) δεν είναι απαραίτητη.

Αν είναι δυνατόν, ο προσφεύγων μπορεί να αναθέσει την υπόθεσή του σε δικηγόρο. Σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και αν ο προσφεύγων δεν έχει τους απαραίτητους πόρους για την πληρωμή του δικηγόρου, υπάρχει δυνατότητα παροχής δωρεάν νομικής βοηθείας. Νομική βοήθεια όμως δεν παρέχεται στο στάδιο υποβολής της προσφυγής.

Το Δικαστήριο αποτελούν 41 Δικαστές (ένας από κάθε Κράτος μέλος).

Τα πλήρη κείμενα της Σύμβασης και των πρωτοκόλλων, τη σύνθεση του Δικαστηρίου, τη διαδικασία, αποφάσεις του Ε.Δ. και άλλες πληροφορίες, μπορείτε να τα βρείτε στο Διαδίκτυο στην διεύθυνση: www.echr.coe.int